Ετικέτες

στον κάμπο της σιωπής, με την κληματαριά στην πλάτη της σκιάς μας, ξοδεύαμε μύθους, μου έλεγες, είναι αλήθεια μαθηματική : όνειρο που φαίνεται είναι, αν αποφασίσεις να κόψεις ένα τσαμπί της· για όλους και για τους αθάνατους ακόμη. Φαινόταν να θύμωνε, τις νύχτες με αστροφεγγιά έκανε τους καρπούς της σταφίδες, ήταν Σεπτέμβρης και ο κήπος του πατρικού, ήξερε από θαύματα και λύπες

και κάποια στιγμή, μέσα μας έμοιαζε προσγείωση, από εξισώσεις ζωής, από καινούργιους θεούς, τους επόμενους και μείναμε, ο γέρος και η γριά, έτσι μας φώναζαν από τα ξυλοπόδαρα οι πρωτόπλαστοι. Και η αθώα γη, φούσκωνε και ξεφούσκωνε στις πατημασιές του λαγού: κοίτα τον μου ψιθύριζες, χοροπηδά και δεν έβλεπα τίποτα, μόνο την αφοσίωση στα μάτια σου, ως ένας γνωστός άγνωστος.

(alexmil) ©

Advertisements