να

την ακούς να χαχανίζει,

πως μοιράζει τα υγρά της αναρωτιέμαι,

~

παρατηρώ

το γέρο Σαντ απέναντι,

σάρκα που λιώνει,

φιλοσοφώ με τη μύγα,

καθισμένη στη σιωπή του τραπεζιού

και το κουτάλι μου,

η καύλα σε σιρόπι,

να ταΐζει ακόμη τσιγκουνιές και νάρκες,

έγλυψα το δάκτυλο,

χυμούσε το κρουασάν πρόστυχα,

πασάλειβε,

ήπια και μια γουλιά Εμπειρίκο,

παίζω μαγεμένη
πολυκατοικία,

~

οραματίσθηκα μετά,

μαθήματα ακολασίας σε ποιητική λέσχη:

~

εγώ,

αυτή,

δυο κότες ανέγγιχτες,

μια λευκή,

μια έγχρωμη,

τον πλασιέ καλλυντικών του πέμπτου,

τη δικαστίνα του τρίτου,

συνταξιούχο,

ένα σκύλο,

και τη γυναίκα του από κάτω,

λεσβία

~

αλλά σηκώθηκα,

με την πίστη του πιστού που φιλά το χέρι του παππά του,

Επίσκοπος ο φόβος,

ο νεροχύτης ποιεί και απαγγέλει,

κι έπλυνα τα πιάτα,

αμέσως,

έπειτα
~
(alexmil)
photo: Kevin Cooley

Advertisements