ήμουν με μια αθώα,
με ρόγες μεγαλόκαρδες,
πίσω από τον οβελίσκο των
ηρώων,
αυτή με μανία νεόνυμφης,
εγώ,
ούτε λέξη αφού θυμόμουν μόνο τα γυαλιά της γιαγιάς
μου,
ήξερα μόνο το μήκος και
πλάτος μου,
γυμνός
από τη μέση και μέσα
~
εν τέλει,
την άφησα στην Αθωνος,
βιάζεται
ο χρόνος είπα,
κοίταξε τον τοίχο της και άρχισε να σκαρφαλώνει:
ένας διπλανός πρώτα με αμήχανο
κάτω
κι εγώ,
όπως όλοι δεν ξέρετε,
στην πρώτη
στροφή,
έκανα ότι δεν έπρεπε,
τον παλιά μου αγάπη ξαναθυμήθηκα.
~
(alexmil)

Advertisements