αντηχώ
στο κέντρο της πέτρας
μου,
έπεσα,
στο πλήκτρο μιας περαστικής,
στο
λιβάδι
του δακτύλου
μου,
ψεύτικος άνεμος στη γλώσσα
και το υγρό στο τρία να πέρνει το χρώμα του αληθινού,
σκέπτομαι τσόντες από πείρα
και
ιδρώνω
στη φαντασία,
τραβώ τη ψυχή από τα μάτια μου
να μη βλέπω
τη μνήμη,
τότε,
ηδονίζομαι με το πένθος της σιωπής:
~
ο έρωτας
και ο θάνατος μαζί,
στα χέρια
της.
~
(alexmil)

Advertisements