Πήρα
μια τυρόπιτα,
κερασμένη,
όχι δεν έκανα τίποτα,
ούτε βαθιά ούτε πιο μέσα,
απλά τριάντα χρόνια τώρα από το μαγαζί της την αγοράζω.
Αυτή σαν Βατικανό,
μια τελετή:
πλήρωνα,
γυρνούσε τον κώλο για να ρέστα,
ξαναγυρνούσε
για να μου τα δώσει.
Ολόκληρες λίστες εγώ με τα κυλοτάκια της,
μέγεθος,
χρώμα,
ύφασμα.
Τα μάτια μου,
Τούμπα – Βαρδάρη,
τίμια και πρόστυχα.
Και σαν αναπάντητη κλίση
πριν λίγο καιρό,

χαστούκισα ένα γιατρό,
τσίμπησα και μια νοσοκόμα για χάρη της,
να την εξετάσουν πριν να
είναι αργά,
έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό.
Έτυχε να είμαι στο μαγαζί.
Και είναι σήμερα που
μου είπε,
ξέρεις,
από μένα η τυρόπιτα.
Έφυγα τροχάδην,
για γενική αίματος και ούρων τουλάχιστον,
για το κορμί μου;
μπα,
για τη ψυχή μου μόνο.

(alexmil)

Advertisements