Παντού
τα παράθυρα κλειστά,
σαν
ο χρόνος να ομολογεί,
υπάρχει μέσα στο μυαλό η καρδιά του κόσμου,
να σκεφθώ
ένα βιολί και το χορό,
μήπως και ο ουρανός ζεσταθεί,
αλλά θρυμματισμένες
τέφρες
περπατώ
και είναι τόσο κουραστικό που τα μάτια κλείνω,
~
γίνομαι
σαν παιδικά καλοκαίρια,
μια αναμονή
με τα μεγάλα της δόντια,
πόσες μέρες ακόμη μέχρι το μεγάλο ψέμα;
οι ταφόπλακες
πληθαίνουν,
νανουρίζει ο χρόνος,
πέφτει
πάνω μου,
στέλνει το ρόλο μου,
κι εγώ να κάνω πως τεντώνω τα πόδια.  
~
Λυγίζει
η γέφυρα του χρόνου,
όταν το βάρος της ψυχής γίνεται ένα δάκρυ στις καλές στιγμές,
και μετά,
αυτή η ξαφνική έκρηξη
οργής,
με τη χειρότερη λέξη να μην έχει ακόμη ειπωθεί·
κι εγώ τι να πώ,
επιμένω
στη θλίψη,
μετρά την απόσταση από τη σιωπή,
μαλακώνει
το σκληρό μου χέρι.
~
(alexmil)