κολλημένα
στους τοίχους μου βλέμματα,
σβήνουν
σαν σταλακτίτες
στο βάθος
του ματιού,
βουίζει στη μύγα του χρόνου η σιωπή
και στα μεγάλα αυτιά που τρώνε
τις φωνές του χθες,
αναμένω με αρκετές πέτρες στη δεξιά αορτή,
να δουλέψει ο άνεμος
και να φουρτουνιάσει το αίμα,
να κοκκινήσει
τη γλώσσα,
για να μπορέσω να σηκώσω
τον πυρετό του λευκού
που καπνίζει υποψίες
και να μιλήσω με τη μέδουσα
που κρέμεται
από το φωτιστικό του μυαλού.
Ενδέχεται βέβαια
και να μη ζω.
~
(alexmil)

 

Advertisements